Αίμα, γραφή και σκηνή
Γεννήθηκα στην καρδιά της Μακεδονίας, στην Πτολεμαΐδα. Εκεί που τα βουνά στέκουν ακλόνητα και οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους το βάρος και την ευλογία των προγόνων. Εκεί που οι ρίζες δεν είναι λέξη, αλλά τρόπος ζωής.
Μεγάλωσα με τη μυρωδιά του ξύλου και της στάχτης, με τις γιαγιάδες να μιλούν για τα παλιά σα να 'ταν χθες, με τις αυλές να γεμίζουν παιδικές φωνές και τις καρδιές να χτυπούν στον ρυθμό της γης.
Η Εορδαία δεν με ανάθρεψε απλώς· με σημάδεψε. Με δίδαξε να σέβομαι τη μνήμη, να σκύβω με ταπεινότητα πάνω από την Ιστορία και να αγαπώ ό,τι μοιάζει απλό, γιατί εκεί κρύβεται το ουσιαστικό.
Το 1994, αυτή η αγάπη πήρε μορφή, λέξεις και χαρτί. Το πρώτο μου βιβλίο, «Οι πατρογονικές ρίζες των Κομνηνιωτών», δεν ήταν ένα απλό ιστορικό πόνημα. Ήταν ένα γράμμα καρδιάς σε όλους όσοι ξεριζώθηκαν, έσπειραν μνήμες και θέρισαν μέλλον. Ήταν ένα αντίδωρο στους παππούδες και τις γιαγιάδες που δεν πρόλαβα να γνωρίσω καλά, αλλά που μέσα μου ζούσαν ολόκληροι.
Κι όταν το βιβλίο αυτό ταξίδεψε, πέρα από χωριά, πόλεις, σύνορα, κατάλαβα πως η παράδοση δεν είναι φυλακή, είναι φτερά.
Την ίδια χρονιά, γνώρισα τον ήχο των πλήκτρων. Το MS-DOS μου φάνηκε τότε σαν μια νέα γλώσσα. Άγνωστη. Ψυχρή. Κι όμως... είχε τη δική της μουσική. Όπως και οι λέξεις, ήθελε τάξη, ρυθμό και υπομονή. Ήταν σαν να ξεκινούσα ένα δεύτερο ταξίδι, όχι στο παρελθόν, αλλά στο αύριο.
Ο Αίσωπος με βρήκε κι εκείνος στον δρόμο. Με λόγια σοφά ντυμένα με παραμύθι. Ο σκηνοθέτης Γιώργος Σιαπανίδης μου ζήτησε να τα διασκευάσω για κουκλοθέατρο. Έτσι γεννήθηκε το «Αίσωπε, αγαπητέ», ένα έργο που έσμιγε γέλιο και στοχασμό, και περπάτησε τις θεατρικές σκηνές της Ελλάδας, σπέρνοντας νοήματα σε μικρούς και μεγάλους.
Το 1995, τα παιδιά έγιναν οι ήρωές μου. Η Χιονάτη, μέσα από τους δικούς μου στίχους και τα χέρια της δασκάλας Κούλας Τσογγίδου, ζωντάνεψε ξανά. Στο Αμφιθέατρο του 9ου Δημοτικού Σχολείου Πτολεμαΐδας, ένιωσα τι σημαίνει να συγκινείσαι από μια παιδική φωνή που λέει μια γραμμή σου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη επιβεβαίωση για έναν δημιουργό.
Από το 1995 μέχρι το 1999, συνέχισα να μαθαίνω. Πληροφορική, νέα προγράμματα, εξερεύνηση. Κι όλα αυτά ενώ η καρδιά μου συνέχιζε να χτυπά για την έρευνα, τη μνήμη, τη γραφή. Το Βέρμιο έγινε τότε το νέο μου λιμάνι. Μάζεψα ιστορίες, φωτογραφίες, αφηγήσεις. Όχι για να τις κλειδώσω σε βιβλίο, αλλά για να τους δώσω φωνή.
Το 2000, το θέατρο με κάλεσε ξανά κοντά του. Η ομάδα «Θεατρική Αναζήτηση» έγινε η δεύτερη οικογένειά μου. Σεμινάρια με τον Δαμιανό Κωνσταντινίδη, πρόβες, φώτα, κουστούμια, σκηνές. Εκεί, κατάλαβα ότι η σκηνή δεν είναι τόπος για να «παίζεις», αλλά για να αποκαλύπτεσαι.
Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβω, είχα χαράξει έναν δρόμο.
Έναν δρόμο σμιλεμένο με λέξεις, σκηνές, αρχεία και αναμνήσεις. Έναν δρόμο που ξεκινά από τη γη των προγόνων μου και οδηγεί στο αύριο, όχι με βιασύνη, αλλά με βαθύ σεβασμό.
Γιατί...
Ό,τι κρατά ζωντανή τη μνήμη, γεννά μέλλον. Κι ό,τι γράφεται με ψυχή, μένει για πάντα.